Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Μπετόβεν - Τρίο για πιάνο αρ.7 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 97 - "Ο Αρχιδούκας"

Το τρίο για πιάνο "Ο Αρχιδούκας", που πήρε το όνομά του από έναν διακεκριμένο μαικήνα του Μπετόβεν, είναι το τελευταίο, το πιο μεγαλοπρεπές και το πιο διάσημο τρίο για πιάνο του συνθέτη.

Όλα τα "Τρίο για Πιάνο" του Μπετόβεν έχουν στην πραγματικότητα γραφτεί για πιάνο, βιολοντσέλο και βιολί. Τον Αρχιδούκα, το τελευταίο του "τρίο", τον συνέθεσε το Μάρτιο του 1811, μέσα σε τρεις μόλις εβδομάδες - ταχύτητα χαρακτηριστική της πυρετώδους "Μέσης Περιόδου" του συνθέτη, που τότε έφτανε στο τέλος της. Το τρίο αφιερώθηκε στον αρχιδούκα Ροδόλφο, νεότερο γιο του αυτοκράτορα Λεοπόλδου Β΄.
Ο αρχιδούκας είχε γίνει μαθητής του Μπετόβεν το 1804, σε ηλικία 16 χρονών. Το 1811, ο Ροδόλφος ήταν πλέον ο πιστότερος υποστηρικτής του συνθέτη κι έτσι ήταν λογικό εκείνος να αποθανατίσει το όνομά του μέσω αυτού του τελευταίου, μεγαλειώδους τρίο.
Ο Μπετόβεν ήταν πια πολύ κουφός ώστε να παίξει πιάνο δημόσια, όπως έκανε άλλοτε. Όπως έγραψε ο σύγχρονός του Λούντβιχ Σπορ: "Δεν ήταν ευχάριστο (να τον ακούς να παίζει), πρώτον γιατί το πιάνο ήταν ξεκούρδιστο και δεύτερον επειδή είχε απομείνει πια ελάχιστη από την παλιά, περίφημη δεξιοτεχνία του. Στα δυνατά μέρη πατούσε τα πλήκτρα με τόση σφοδρότητα, που οι χορδές κροτάλιζαν, ενώ στα ήρεμα μέρη τόσο απαλά, που ολόκληρα σύνολα από νότες δεν ακούγονταν καθόλου... Με λυπούσε πολύ η τραγική του μοίρα".

Εμπνευσμένο έργο
Παρόλα αυτά, το Τρίο "Αρχιδούκας" είναι ένα εμπνευσμένο και καθόλου καταθλιπτικό έργο. Στα τέσσερα κανονικά μέρη η εισαγωγή είναι συνταρακτική, με μόνο το πιάνο να δημιουργεί έναν αέρα μεγαλοσύνης από τα πρώτα κιόλας μέτρα. Ένα γοργό κρεσέντο αναγγέλλει το βιολοντσέλο και μετά το βιολί, προτού και τα τρία όργανα καταπιαστούν με το βασικό θέμα.
Το δεύτερο μέρος, Scherzo, έχει μια διάθεση ανάλαφρη κι ευχάριστη. Ωστόσο, αυτή η ελαφράδα εξισορροπείται από τα μελαγχολικά περάσματα - σε μορφή φούγκας και σε ελάσσονα τονικότητα - στη μέση του μέρους. Αυτά με τη σειρά τους αντισταθμίζονται από μια θριαμβευτική μελωδία που μοιάζει με βαλς.
Το τρίτο μέρος είναι το πιο αργό και ξεχύνεται στο τελευταίο μέρος χωρίς σαφή διακοπή. Το πιάνο παρουσιάζει ένα θέμα σαν ύμνο, σε Ρε μείζονα, και μετά εισβάλλουν και τα έγχορδα για να το επαναλάβουν. Στο δεύτερο μισό του μέρους, αυτές οι επαναλήψεις περιορίζονται στα τέσσερα τελευταία μέτρα, τα οποία εντείνουν τη συγκινησιακή δύναμη. Κατόπιν, το κύριο θέμα επιστρέφει. Ύστερα από αυτό, μια τρυφερή φράση ανταλλάσσεται ανάμεσα στο βιολί και το βιολοντσέλο, η μελωδία σβήνει και μια μεταβολή της αρμονίας οδηγεί στο αιφνίδιο τέλος της σύνθεσης.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου