Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Σκαρλάτι - στη σκιά του πατέρα του (3)


Ο Τζουζέπε Ντομένικο Σκαρλάτι γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου του 1685 στη Νάπολη της Ιταλίας. Ήταν το έκτο από δέκα παιδιά, από τα οποία επέζησαν μονάχα πέντε. Ο πατέρας του, ο διάσημος συνθέτης Αλεσάντρο Σκαρλάτι, βρισκόταν ήδη στο απόγειο της σταδιοδρομίας του. Ο Αλεσάντρο επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της πρώιμης όπερας και στην ηλικία των 19 χρόνων κέρδισε την υποστήριξη της βασίλισσας Χριστίνας της Σουηδίας συνθέτοντας την όπερα Gli Equivoci nel Sembiante (Απατηλά Φαινόμενα). Μερικούς μήνες προτού γεννηθεί ο Ντομένικο, ο Αλεσάντρο μετακόμισε με την οικογένειά του από τη Ρώμη στη Νάπολη για να αναλάβει τη θέση του διευθυντή μουσικής στο παρεκκλήσι της αντιβασιλικής αυλής.
Ολόκληρη η οικογένεια Σκαρλάτι ασχολούνταν με τη μουσική: ο θείος του Ντομένικο, Φραντσέσκο, ήταν πρώτος βιολονίστας, ένας άλλος θείος του, ο Τομάζο, ήταν τενόρος και οι θείες του Άννα Μαρία και Μελκιόρα ήταν τραγουδίστριες - όλοι τους στην αυλή στη Νάπολη. Συνεπώς, ο Ντομένικο (επονομαζόμενος χαϊδευτικά Μίμο) περιβαλλόταν από τη μουσική ήδη από τα παιδικά του χρόνια. Διδάχτηκε τα πρώτα μαθήματα μουσικής από τον διάσημο πατέρα του κι επέδειξε ένα ιδιαίτερο ταλέντο στο τσέμπαλο.
Αργότερα, ανέλαβαν τη μουσική του εκπαίδευση δύο διάσημοι φίλοι του πατέρα του: ο Φραντσέσκο Γκασπαρίνι, φημισμένος Ιταλός συνθέτης και δάσκαλος και ο Μπερνάρντο Πασκίνι, πιανίστας και δάσκαλος. Είναι προφανές πως, διαθέτοντας τέτοιους δασκάλους καθώς και ταλέντο δεν υπήρχε λόγος να σταλεί σε Ωδείο. Το 1700, 15 μόνο ετών, ανέλαβε οργανίστας και συνθέτης στο βασιλικό παρεκκλήσι της Νάπολης, υπό τη διεύθυνση του πατέρα του.

Επίσκεψη στη Βενετία
Το 1705, ο Αλεσάντρο έστειλε τον ταλαντούχο γιο του στη Ρώμη, δηλώνοντας πως ούτε η Νάπολη ούτε η Βενετία δε χωρούσαν πια τον γόνο του "τον νεαρό αετό που οι φτερούγες του μεγάλωναν". Ο Σκαρλάτι δεν έχασε καιρό στην πρώτη του γνωριμία με τον ιλιγγιώδη τρόπο ζωής της ιταλικής πρωτεύουσας και οι φήμες πλήθαιναν πως δεν ήταν ιδιαιτέρως επιδέξιος χαρτοπαίκτης. Ωστόσο, φαίνεται πως τον περισσότερο καιρό σύχναζε σε μουσικές βραδιές - με ιδιαίτερη προτίμηση στις εβδομαδιαίες συναυλίες μουσικής δωματίου της Accademia Poetico-Musicale.

Ο πατέρας του Ντομένικο,
Αλεσάντρο Σκαρλάτι,
που συνέθεσε περισσότερες
από 100 όπερες (πολλές
έχουν χαθεί), καθώς και
καντάτες, ορατόρια,
λειτουργίες, μαδριγάλια
και μουσική δωματίου.

Εκεί συνάντησε διάφορους συνθέτες, συμπεριλαμβανομένου και του συγχρόνου του Χέντελ, που έγινε ισόβιος φίλος του. Μια άλλη γνωριμία εκείνης της εποχής, ο Τόμας Ρόζινγκρεϊβ, παρουσίασε τη μουσική του Σκαρλάτι στην Αγγλία. Το 1720, ο Ρόζινγκρεϊβ ανέβασε την όπερα Νάρκισσος του φίλου του στο Haymartket Theatre, βοηθώντας κατ΄αυτό τον τρόπο στην εδραίωση της φήμης του κι εκεί.

Το 1707, ο Ντομένικο επέστρεψε στη Ρώμη για να βοηθήσει τον πατέρα του, αναλαμβάνοντας διάφορες θέσεις, μεταξύ των οποίων κι εκείνη του συνθέτη της εξόριστης βασίλισσας της Πολωνίας Μαρίας Κασιμίρα, το 1711. Το σαλόνι της ήταν ωχρή απομίμηση της αστραφτερής αυλής της πρώην βασίλισσας της Σουηδίας Χριστίνας, όπου ο Αλεσάντρο είχε συνθέσει μουσική πολλά χρόνια πριν. Παρόλα αυτά, τριγύριζαν τη βασίλισσα Μαρία όλοι οι διάσημοι καλλιτέχνες ή συνθέτες που ζούσαν ή περνούσαν από τη Ρώμη. Κατά τη διάρκεια της τετραετούς διαμονής του εκεί, ο νεαρός Σκαρλάτι συνάντησε πολλούς διάσημους καλλιτέχνες, συμπεριλαμβανομένου και του Βιβάλντι.


Θέση στο Βατικανό
Ο Σκαρλάτι ποτέ δεν έπαψε να συνθέτει θρησκευτική μουσική. Έτσι, συνδύασε με χαρά τις δυο ιδιότητές του αναλαμβάνοντας τη θέση του διευθυντή χορωδίας στη Basilica Giulia του Βατικανού, το 1713.
Όλα αυτά τα χρόνια στη Ρώμη, όμως, εξακολούθησε να βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία του πατέρα του. Το ενδιαφέρον του Αλεσάντρο έγινε αποπνικτικό. Παρόλο που ο Ντομένικο προόδευε, ποτέ δεν απόκτησε τον πλήρη έλεγχο του εαυτού του. Το γεγονός αυτό επηρέασε ασφαλώς το μουσικό του έργο - οι όπερες και οι θρησκευτικές συνθέσεις του ήταν ικανοποιητικές, χωρίς όμως να ξεχωρίζουν - και οι πρώιμες συνθέσεις του μόλις αναδείκνυαν την προσωπικότητά του. Τελικά, το 1717, ο Σκαρλάτι απόκτησε την ανεξαρτησία του στην ηλικία των 32 χρόνων, αφού παραιτήθηκε από τη θέση του διευθυντή χορωδίας.

Έξοδος από την αφάνεια

Σύντομα, μετά την παραίτησή του, προσκλήθηκε από το βασιλιά Γεώργιο τον Πέμπτο της Πορτογαλίας, ο οποίος σκόπευε να εγκαθιδρύσει μια πορτογαλική Εκκλησία που θα ανταγωνιζόταν το Βατικανό. Ο βασιλιάς εξασφάλισε αντίγραφα των βιβλίων και των μουσικών έργων του Βατικανού και στη συνέχεια πρόσφερε τη θέση του διευθυντή του βασιλικού παρεκκλησίου στον Σκαρλάτι. Ο τελευταίος αποδέχτηκε με χαρά το διορισμό του και τον Αύγουστο του 1719 ξεκίνησε για τη Λισσαβώνα.

Η Μαρία Μπάρμπαρα,
κόρη του βασιλιά της
Πορτογαλίας και μετέπειτα
βασίλισσα της Ισπανίας.
Υπήρξε ταλαντούχα
μαθήτρια του Σκαρλάτι,
ο οποίος συνέθεσε πολλές
σονάτες για αυτήν.

Επιπλέον, επιφορτίστηκε με τη μουσική διδασκαλία της κόρης του βασιλιά, Μαρίας Μπάρμπαρα, που διέθετε ιδιαίτερο ταλέντο στην ερμηνεία των πληκτροφόρων οργάνων. Μακριά από την επιρροή του πατέρα του, ο Σκαρλάτι κατόρθωσε να αναπτύξει την προσωπική του προσέγγιση στη σονάτα, ένα είδος που τον έκανε διάσημο περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογένειάς του και τον καθιέρωσε ως δεξιοτέχνη ερμηνευτή πληκτροφόρων και μεγάλο πρωτοπόρο νέων τεχνικών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πειραματίστηκε με πολλές νέες φόρμες και ιδέες, επιτυγχάνοντας συχνά θαυμάσια αποτελέσματα και εντυπωσιακή εκφραστική ελευθερία.
Ο Σκαρλάτι ήταν ευτυχισμένος στην Πορτογαλία και επισκεπτόταν την πατρίδα του σπάνια. Σ΄αυτές του τις επισκέψεις περιλαμβάνεται και μία στη Νάπολη το 1725 για να δει τον πατέρα του, που πέθανε λίγο μετά, σε ηλικία 66 χρόνων. Το 1728, ο Σκαρλάτι επέστρεψε στη Ρώμη για να παντρευτεί τη 16άχρονη Μαρία Κατερίνα Τζεντίλι. Ήταν γάμος από προξενιό - μια που ο 43άχρονος Σκαρλάτι δεν είχε καιρό για φλερτ - παρόλα αυτά υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένος.
Ο Σκαρλάτι επέστρεψε στην Πορτογαλία με τη γυναίκα του όταν η προστάτιδα του, Μαρία Μπάρμπαρα, ετοιμαζόταν να παντρευτεί το διάδοχο του θρόνου της Ισπανίας Φερνάντο. Στη συνέχεια συνόδεψε τη γυναίκα του στην Ισπανία και πέρασε τέσσερα χρόνια στη Σεβίλη, όπου γνώρισε και επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τους φλογερούς ρυθμούς της μαυριτανικής μουσικής.
Το 1733, ο Σκαρλάτι μετακόμισε στη Μαδρίτη, όπου έμελλε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Ο συνθέτης έχαιρε τέτοιας εκτίμησης, ώστε του αποδόθηκε η τιμή του Τάγματος των Ιπποτών του Σαντιάγο, το 1738. Η ευτυχία του αμαυρώθηκε από το θάνατο της γυναίκας του, το 1739, σε ηλικία μόλις 27 χρόνων. Το 1742 παντρεύτηκε την Ισπανίδα Αναστάσια Μαχάρτι Χιμένες, με την οποία απόκτησε τέσσερα παιδιά του δεν επέδειξε ποτέ οποιαδήποτε κλίση στη μουσική.
Ο Ντομένικο Σκαρλάτι πέθανε ενώ εξακολουθούσε να εργάζεται στη Μαδρίτη, το 1757, σε ηλικία 72 χρόνων. Ενταφιάστηκε στη γυναικεία μονή του Σαν Νορμπέρτο. Αν και παρέμεινε για πολλά χρόνια σε έναν τόπο, οι έξοχες συνθέσεις του για πληκτροφόρα εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη, κοσμώντας το απόγειο της εποχής του Μπαρόκ.

(Orbis Publishing Limited, μετάφραση: Δήμητρα Βενέτη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου