Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Σεζάρ Φρανκ - αργοπορημένη εκκίνηση (3)


Ο Σεζάρ Φρανκ γεννήθηκε στη Λιέγη του Βελγίου στις 10 Δεκεμβρίου του 1822 από γονείς γερμανικής καταγωγής. Ο πατέρας του, Νίκολας-Γιόζεφ, ήταν γραμματέας και ταλαντούχος μουσικός, όμως εκείνη την εποχή ήταν άνεργος.
Ο Σεζάρ επέδειξε πρώιμο μουσικό ταλέντο και παρά τις οικονομικές δυσκολίες βρέθηκαν τα χρήματα, ώστε να σταλεί στο Ωδείο της Λιέγης, σε ηλικίας μόλις επτά ετών. Όταν κέρδισε τα πρώτα βραβεία, στη μουσική θεωρία το 1832 και για την ερμηνεία του στο πιάνο το 1834, ο Νίκολας-Γιόζεφ έτριβε τα χέρια του στη σκέψη της εμφάνισης του γιου του στις συναυλιακές αίθουσες του Βελγίου και φυσικά στη σκέψη του κέρδους απ΄αυτό.
Έτσι, την άνοιξη του 1834, όταν ο Σεζάρ τελείωσε τις σπουδές του, ο πατέρας του τον συνόδευσε στις αίθουσες συναυλιών της Λιέγης, των Βρυξελλών και του Άαχεν. Η σχετική επιτυχία του 11χρονου πιανίστα έκανε τον πατέρα του ακόμη πιο φιλόδοξο. Θεωρώντας τα αστραφτερά σαλόνια του Παρισιού το μέσο για μεγαλύτερη διασημότητα και μεγαλύτερο κέρδος, ο Νίκολας-Γιόζεφ μετακόμισε το 1835 με την οικογένειά του στη γαλλική πρωτεύουσα.
Τη συνεχή παρουσία του Φρανκ στις αίθουσες συναυλιών διέκοπταν μαθήματα κοντά σε μεγάλους δασκάλους, όπως ο Λιστ και ο Μπερλιόζ. Αν και οι συναυλίες είχαν κάποια επιτυχία, ο Σεζάρ, προς μεγάλη απογοήτευση του πατέρα του, δε χαιρετήθηκε ως νέος Μότσαρτ.

Σπουδές στο Ωδείο
Χρειαζόταν λοιπόν επιπλέον εκπαίδευση. Έτσι ο Νίκολας-Γιόζεφ ζήτησε τη γαλλική υπηκοότητα, ελπίζοντας πως μ΄αυτή ο Σεζάρ θα μπορούσε να γίνει δεκτός στο Ωδείο του Παρισιού, όπως και έγινε στις 4 Οκτωβρίου του 1837. Εκεί πέρασε τέσσερα χαρούμενα χρόνια, κερδίζοντας όλα τα πρώτα βραβεία. Ο πατέρας του, όμως, τον υποχρέωσε να διακόψει τις σπουδές του, προτού μπορέσει να διεκδικήσει το Βραβείο της Ρώμης. Ο Σεζάρ θα μπορούσε κάλλιστα να έχει κερδίσει αυτή την αξιοζήλευτη υποτροφία και να ταξιδέψει στην Ιταλία, μακριά από την πατρική επιτήρηση. Ο Νίκολας-Γιόζεφ, όμως, είχε άλλα σχέδια για τον 20χρονο γιο του.
Όταν άλλοι συνομήλικοί του νεαροί προσπαθούσαν μόνοι τους να φτιάξουν τη ζωή τους, ο Σεζάρ βρισκόταν απόλυτα κάτω από την κυριαρχία του πατέρα του, ο οποίος σχεδίαζε γι΄αυτόν μια σταδιοδρομία δεξιοτέχνη ερμηνευτή. Για να τον απομακρύνει από τις διασκεδάσεις, που προφανώς προσέφερε το Παρίσι σε έναν ανήσυχο θερμόαιμο νέο, ο Νίκολας-Γιόζεφ μετακόμισε με την οικογένειά του πίσω στο Βέλγιο.
Οι περιοδείες άρχισαν για τα καλά κι ο Νίκολας-Γιόζεφ συνόδευε το γιο του σε όσο το δυνατόν περισσότερες πόλεις. Ο Σεζάρ κατόρθωσε να βρει το χρόνο, ώστε να ολοκληρώσει τη σύνθεση των Τρίο για Κοντσέρτο Έργο 1, την οποία είχε αρχίσει στο Παρίσι και εξέδωσε τελικά το 1843.
Η επιτυχία ήταν τεράστια. Ακόμα και μεγάλοι συνθέτες, όπως ο Λιστ και ο Σοπέν, αγόρασαν αντίτυπα. Κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας στις Βρυξέλλες, ο Σεζάρ συνάντησε τον Λιστ, ο οποίος τον ενθάρρυνε να συνεχίσει τη σταδιοδρομία του ως συνθέτης παρά ως ερμηνευτής παραβλέποντας τις αντιρρήσεις του πατέρα του.
Άρχισε να συνθέτει το πρώτο μεγαλόπνοο έργο του, το βιβλικό ορατόριο Ρουθ, η σκληρή πίεση, όμως, των περιοδειών έπληξε την υγεία του και παρέτεινε την ολοκλήρωση του έργου μέχρι το 1845. Εν τω μεταξύ παρά τα μεγάλα έξοδα, η οικογένεια είχε συγκεντρώσει μια μικρή περιουσία στο Βέλγιο. Έτσι μετακόμισαν και πάλι στο Παρίσι, στοχεύοντας για μια ακόμη φορά σε μεγάλα κέρδη.
Αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Όταν, τον Ιανουάριο του 1846, η πρεμιέρα της Ρουθ αποδοκιμάστηκε από ακροατήριο και κριτικούς, ο Σεζάρ εγκατέλειψε τις εξαντλητικές περιοδείες. Παρά τις αντιρρήσεις του πανικόβλητου πατέρα του, έφυγε από το σπίτι και άρχισε να εξοικονομεί τα προς το ζην παραδίδοντας μαθήματα μουσικής. Τελικά στην ηλικία των 24 χρόνων ήταν ελεύθερος να ζήσει τη ζωή του.
Παρά τη στενή πατρική επιτήρηση, ο Φρανκ κατόρθωσε να αρραβωνιαστεί. Παντρεύτηκε τη Φελισιτέ Ντεμουσό, το Φεβρουάριο του 1848, στην ίδια εκκλησία όπου θα εξασφάλιζε τη θέση του οργανίστα τέσσερις μήνες αργότερα. Σύντομα απόκτησαν τέσσερα παιδιά, τα δύο όμως πέθαναν τραγικά σε βρεφική ηλικία. Ο γάμος τους δεν υπήρξε απόλυτα ευτυχισμένος. Η Φελισιτέ κουράστηκε τόσο από τους εξευτελιστικούς μισθούς του Φρανκ ως οργανίστα και δάσκαλου μουσικής, όσο και από το φλογερό πάθος που έτρεφε για διάφορες μαθήτριές του και ιδιαίτερα για την Αουγκούστα Ολμές. Λέγεται ότι η επιθυμία του για αυτήν ενέπνευσε το ερωτικό Κουιντέτο.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συνέθεσε μερικά αξιομνημόνευτα έργα, όπως το συμφωνικό ποίημα Αυτό που Ακούγεται στο Βουνό και την όπερα Ο Υπηρέτης της Αγροικίας. Τα επόμενα δέκα χρόνια, πάντως, δε συνέθεσε τίποτα σημαντικό.

Αυτοσχεδιασμοί μετά τη λειτουργία
Το εκκλησιαστικό όργανο στην εκκλησία
της Αγίας Κλοτίλδης.
Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, ο Φρανκ ερμήνευε και συνέθετε έργα για εκκλησιαστικό όργανο, μετακινούμενος από εκκλησία σε εκκλησία, έως ότου εξασφάλισε τη θέση του οργανίστα στη νεόδμητη εκκλησία της Αγίας Κλοτίλδης. Εκεί έγινε γνωστός για τους αυτοσχεδιασμούς του μετά τη λειτουργία. Ο Φρανκ σημείωσε μερικούς από αυτούς και τιτλοφορώντας τους Έξι Κομμάτια τους εξέδωσε το 1862.
Η επιτυχία ήταν άμεση. Τα έργα έφεραν μια νέα πνοή στη γαλλική μουσική για εκκλησιαστικό όργανο. Για μια ακόμα φορά το ταλέντο του χειροκροτήθηκε από μεγάλους πιανίστες. Δυστυχώς, όμως, η δημοτικότητά τους έσβησε γρήγορα.
Πέρασαν άλλα δέκα χρόνια χωρίς να παρουσιάσει κάποιο σημαντικό έργο. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν έμεινε άπραγος. Συγκέντρωσε γύρω του έναν σταθερό πυρήνα νέων καλλιτεχνών, οι οποίοι ξεχύθηκαν στη γαλλική μουσική σκηνή μετά τον Γάλλο-Πρωσικό πόλεμο του 1870-1871. Μαζί τους ήταν κι ο Φρανκ, ο δάσκαλος και σύμβουλός τους.

Έκρηξη δημιουργικότητας
Η χρυσή ευκαιρία παρουσιάστηκε στον Φρανκ με τη θέση του Καθηγητή Εκκλησιαστικού Οργάνου στη νέα Societe Nationale de Musique, το 1872. Αν και είχε περάσει τα 50, ξεχείλιζε από δημιουργικότητα και συνέθετε το ένα έργο μετά το άλλο.
Ο Φρανκ συνέχισε να διδάσκει, αφιερώνοντας στη σύνθεση τις καλοκαιρινές του διακοπές. Χρειάστηκε περισσότερο από 10 χρόνια για να ολοκληρώσει το μεγάλο ορατόριο, τους Μακαρισμούς. Επίσης πολλά από τα παλιότερα έργα του παίχτηκαν μπροστά σε ένα ακροατήριο περισσότερο ενθουσιώδες από ό,τι στο παρελθόν.
Η θετή του πατρίδα του απένειμε, το 1885, το Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής για τις υπηρεσίες του προς τη γαλλική μουσική. Η δίψα του για δημιουργία, όμως, τον εξάντλησε. Η υγεία του, που είχε ήδη κλονιστεί από κάποιο δυστύχημα, δέχτηκε θανατηφόρο πλήγμα το φθινόπωρο του 1890 από ένα κρύωμα, το οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε σε πλευρίτιδα. Πέθανε στις 8 Νοεμβρίου σε ηλικία 68 ετών.

(Orbis Publishing Limited, μετάφραση: Δήμητρα Βενέτη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου