Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Σούμαν - το μαρτύριο μιας ψυχής (3)


Ο Ρόμπερτ Αλεξάντερ Σούμαν, ένα από τα πέντε παιδιά ενός εύπορου βιβλιοπώλη, γεννήθηκε στις 8 Ιουνίου του 1810 στη μικρή επαρχιακή πόλη του Τσβικάου στη Βόρεια Γερμανία. Η παιδική ηλικία ήταν μια ευτυχισμένη εποχή για τον Ρόμπερτ, που περνούσε πολλές ώρες απορροφημένος στα έργα κλασικής λογοτεχνίας που έβρισκε στο βιβλιοπωλείο του πατέρα του.
Ονειρευόταν να γίνει και ο ίδιος συγγραφέας και η γόνιμη φαντασία του επινοούσε φανταστικούς χαρακτήρες, με τους οποίους συνομιλούσε όταν έμενε μόνος. Στην αρχή η συνήθειά του αυτή θεωρήθηκε απλώς παιδική φαντασία, σύντομα όμως έγινε φανερό ότι ο Σούμαν τη χρησιμοποιούσε ως μια μορφή φυγής κάθε φορά που ένιωθε ένταση.
Δυστυχώς για τον Ρόμπερτ, η ευτυχία των παιδικών του χρόνων δεν έμελλε να συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια. Η μοίρα έπαιξε με τον Σούμαν το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, σε ολόκληρη σχεδόν τη ζωή του: στην αρχή του προσέφερε ευκαιρίες κι έπειτα του τις απέσπασε τόσο βίαια, ώστε η ψυχική του ισορροπία κλονίστηκε ανεπανόρθωτα.

Ατυχία
Η πρώτη μεγάλη απογοήτευση ήρθε με το θάνατο του σημαντικού συνθέτη Καρλ Μαρία φον Βέμπερ το 1826, όταν ο Σούμαν ήταν 16 χρονών. Είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται σοβαρά για τη μουσική και προσδοκούσε να σπουδάσει σύνθεση με το μεγάλο δάσκαλο. Επρόκειτο όμως να ακολουθήσουν χειρότερα: η ανάπηρη αδελφή του Έμιλι αυτοκτόνησε τον ίδιο χρόνο και λίγο αργότερα πέθανε ο πατέρας του από κάποια αιτία, η οποία χαρακτηρίστηκε αινιγματικά ως "νευρική διαταραχή". Η ψυχική ανισορροπία που είχε ήδη εμφανιστεί στις δύο προηγούμενες γενιές, τώρα επρόκειτο να σκιάσει το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του Σούμαν.

Το σπίτι του Σούμαν στο Τσβικάου

Ο Σούμαν έφυγε από τη γενέτειρά του το 1828 για να σπουδάσει νομικά στο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Σύντομα όμως άρχισε να παραμελεί τις σπουδές του και να ενδιαφέρεται περισσότερο για τις απολαύσεις της ζωής. Παρακολουθούσε κοντσέρτα, κάπνιζε πούρα κι ερωτοτροπούσε με όμορφες νεαρές γυναίκες. Στις προτιμήσεις του προστέθηκε η ακριβή σαμπάνια, την οποία απολάμβανε στις ευγενικές συντροφιές, αλλά και η μπύρα που κατανάλωνε σε μεγάλες ποσότητες στα καπηλειά της Λειψίας.
Την προτίμηση αυτή του Σούμαν για το ποτό παρατήρησε ο δάσκαλος του πιάνου, Φρίντριχ Βικ, στον οποίον πήγε να μαθητεύσει ο συνθέτης το 1829. Ο ηλικιωμένος δάσκαλος διέκρινε στο μαθητή του τις δυνατότητες ενός μεγάλου πιανίστα. Αμφισβητούσε όμως την ικανότητά του να ολοκληρώσει τα τρία χρόνια εντατικής σπουδής, που απαιτούσε η επίτευξη αυτού του στόχου. Ο Σούμαν έπεισε τη μητέρα του να του χορηγήσει τα δίδακτρα για ένα εξάμηνο, εγκαταλείποντας αυτή τη φορά το πρόσχημα των νομικών σπουδών του.

Διχασμός προσωπικότητας
Ο Σούμαν πέρασε το 1831 σε ένα παράδεισο μουσικής σπουδής, σύνθεσης και συγγραφής, επινοώντας φανταστικά ονόματα χαρακτήρων για τους φίλους του και τον εαυτό του. Ο "Φλορεστάν" αντιπροσώπευε την ενθουσιώδη, θερμοκέφαλη πλευρά της φύσης του, ενώ ο "Ευσέβιος" έμοιαζε περισσότερο με τον εσώτερο, ευαίσθητο εαυτό του. Ήταν το πρώτο σημάδι ότι ο Σούμαν έβλεπε τον εαυτό του σαν δύο ξεχωριστά πρόσωπα.
Εν τω μεταξύ ο Σούμαν, απογοητευμένος από το μουσικό επίπεδο της Λειψίας δημιούργησε μια λέσχη νέων ανθρώπων με κοινές ιδέες, με στόχο την προώθηση των ανερχόμενων μουσικών, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ιδιοφυής Πολωνός Σοπέν. Ίδρυσε επίσης ένα μουσικό περιοδικό, το Neue Zeitschrift fur Musik (Νέα Μουσική Επιθεώρηση), στο οποίο έγραφε χρησιμοποιώντας τα δύο ψευδώνυμά του. Τα ονόματα Φλορεστάν και Ευσέβιος έδωσε άλλωστε και σε δύο μέρη του περίφημου πιανιστικού του έργου Καρναβάλι, που έγραψε το 1834-35.
Το 1832 ο Σούμαν ενηλικιώθηκε και κληρονόμησε τη λιτή περιουσία του πατέρα του. Η οικονομική κάλυψη των μουσικών μαθημάτων του εξασφαλίστηκε κι ανυπομονούσε να αρχίσει τη σταδιοδρομία του ως ανεξάρτητος πιανίστας. Αλλά για μια ακόμη φορά, η μοίρα του άρπαξε κυριολεκτικά το όνειρο μέσα από τα χέρια. Μια συσκευή δικής του επινόησης που χρησιμοποίησε για να δυναμώσει το μικρό δάχτυλο του δεξιού του χεριού, του προξένησε ανεπανόρθωτη βλάβη. Απελπισμένος στράφηκε στη σύνθεση πιανιστικών κυρίως έργων.
H Κλάρα Βικ, κόρη του δασκάλου
του Σούμαν, Φρίντριχ, που αργότερα
ο συνθέτης παντρεύτηκε.
Ο δάσκαλός του απογοητεύτηκε μετά απ΄αυτό, αλλά τρόμαξε ακόμα περισσότερο, όταν το 1834 ο Σούμαν ερωτεύτηκε την 16χρονη κόρη του. Η Κλάρα Βικ ήταν μια ταλαντούχος πιανίστρια που έδινε κοντσέρτα σε ολόκληρη τη χώρα. Τα σχέδια του πατέρα της για τη σταδιοδρομία της, δεν περιελάμβαναν έναν ασταθή 25άχρονο νέο αμφίβολου χαρακτήρα. Παρόλο που απαγόρευσε στους ερωτευμένους να βλέπονται, εκείνοι αδιαφόρησαν και συνέχισαν να συναντιούνται κρυφά. Η υπόθεση κατέληξε στα δικαστήρια, οι ερωτευμένοι κέρδισαν τη δίκη και παντρεύτηκαν στις 12 Σεπτεμβρίου του 1840, μια μέρα πριν από τα 21α γενέθλια της Κλάρα. Το πρώτο από τα οκτώ παιδιά τους γεννήθηκε το Σεπτέμβριο του επόμενου χρόνου.

Νευρικοί κλονισμοί
Τα πέντε χρόνια δυστυχίας που πέρασε μέχρι το γάμο του, κλόνισαν την ψυχική του υγεία. Παρόλα αυτά οι συνθέσεις του διατήρησαν μια δροσιά και μια ζωντάνια, όπου δύσκολα διακρίνεται η ψυχική οδύνη που σκίαζε τη ζωή του. Μετά το γάμο η Κλάρα ανέλαβε την καθοδήγησή του. Κατέστρωσε ένα τόσο αυστηρό πρόγραμμα σύνθεσης, ώστε τα πρώτα τέσσερα χρόνια, ο Σούμαν συνέθετε ένα συγκεκριμένο μουσικό είδος κάθε χρόνο. Το 1840 έγραψε τραγούδια, το 1841 συμφωνίες, το 1842 μουσική δωματίου και το 18443 φωνητική μουσική. Με την ακούραστη φροντίδα της Κλάρα, το πρόγραμμα απέδωσε καρπούς και η συνεργασία τους έκανε ένα διάσημο ζευγάρι συνθέτη και πιανίστριας. Η Κλάρα ήταν συνήθως η πρώτη ερμηνεύτρια των πιανιστικών του συνθέσεων και ήταν εκείνη που πρωτοερμήνευσε το περίφημο Κοντσέρτο για Πιάνο σε Λα ελάσσονα, το 1846.
Η Κλάρα Σούμαν ήταν συνήθως
η πρώτη ερμηνεύτρια των
πιανιστικών συνθέσεων του
Σούμαν.
Όμως ο φόρτος εργασίας ήταν εξουθενωτικός. Μια επιτυχημένη περιοδεία στη Ρωσία το 1844, οδήγησε το Σούμαν στην κατάρρευση την οποία διαδέχτηκε μια σοβαρή κρίση κατάθλιψης. Του συνέστησαν άμεση αλλαγή παραστάσεων και η οικογένεια μετακόμισε στη Δρέσδη. Μολονότι η υγεία του βελτιώθηκε σημαντικά, δεν αποκαταστάθηκε ποτέ πλήρως. Υπέφερε διαρκώς από διάφορες νευρασθένειες και από ιλίγγους.
Έπειτα από πέντε χρόνια διαμονής στη Δρέσδη, ο Σούμαν ήλπιζε να του προσφερθεί κάποια θέση εκεί, αλλά αντί γι΄αυτό του πρότειναν τη θέση του Αρχιμουσικού της πόλης στο Ντίσελντορφ και το 1850 έφυγε με την Κλάρα για εκεί. Το 1853 συνδέθηκε φιλικά με τον μουσικό Γιοχάνες Μπραμς. Στα 43 του χρόνια ο Σούμαν είχε μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή, μια αυξανόμενη δημοτικότητα και ως μουσικός και ως μέντωρ των νέων ταλέντων και τη μελλοντική προοπτική ακόμη μεγαλύτερων διακρίσεων.

Το κάλεσμα της αυτοκτονίας
Η μοίρα όμως του στέρησε ξανά την ευτυχία, αυτή τη φορά μέσα από την ίδια τη βασανισμένη ψυχή του. Άρχισε να ακούει φωνές. Το Φεβρουάριο του 1854, με σαλεμένο το μυαλό, ο Σούμαν αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει στα νερά του Ρήνου. Σώθηκε και κλείστηκε με τη συγκατάθεσή του σε ένα άσυλο φρενοβλαβών στο 'Εντενιχ, έξω από τη Βόννη.
Η Κλάρα επικοινωνούσε μαζί του μόνο με αλληλογραφία, διότι της είχε απαγορευτεί να τον επισκέπτεται. Πέθανε στο άσυλο στις 29 Ιουλίου του 1856 χωρίς ποτέ να ξαναβρεί τα λογικά του.

(Orbis Publishing Limited, μετάφραση: Γιάννης Χαραλαμπίδης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου