Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Ντβόρζακ - προάγγελος μιας νέας εποχής (3)


Ο Αντονίν Ντβόρζακ, το μεγαλύτερο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας, γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1841, στο ήσυχο τσέχικο χωριό Ντελαχόζεβες, βόρεια της Πράγας. Την εποχή εκείνη η Τσεχοσλοβακία ήταν γνωστή με το όνομα Βοημία.
Ο πατέρας του ήταν ταβερνιάρης και χασάπης. Ο νεαρός "Τόνικ" προετοιμαζόταν φιλότιμα να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του - ολοκλήρωσε με επιτυχία τη μαθητεία του ως χασάπης - αλλά η καρδιά του ήταν αλλού.

Απλότητα και αγαθή φύση
Πατέρας και γιος αγαπούσαν τη μουσική. Όπως όλα τα παιδιά στην Τσεχοσλοβακία, ο Ντβόρζακ έμαθε να διαβάζει μουσική στο σχολείο, αλλά δε διδάχθηκε ποτέ σύνθεση. "Μελετάω με τα πουλιά, τα λουλούδια, το Θεό και τον εαυτό μου" είπε αργότερα - δείγμα της απλότητας και της αγαθής του φύσης.
'Επαιζε χορευτικούς σκοπούς στο βιολί στα πέντε του και σύντομα έγινε μέλος της τοπικής ορχήστρας. Όταν ήταν 12 χρονών, τον έστειλαν να μείνει σε κάποιο θείο του στη Σιλεσία για να μάθει Γερμανικά.

Όλοι όμως έδειχναν μεγαλύτερο ενθουσιασμό για τις μουσικές ικανότητες του παιδιού. Ενώ ο Τόνικ κατακτούσε το εκκλησιαστικό όργανο, τη βιόλα και το πιάνο, ο δάσκαλό του, του δίδαξε τις βάσεις της μουσικής θεωρίας. Τέσσερα χρόνια αργότερα, έπεισε τον θείο του 16άχρονου Τόνικ να βρει τα χρήματα για να τον στείλει στην περίφημη σχολή εκκλησιαστικού οργάνου στην πρωτεύουσα, την Πράγα.
Ο Ντβόρζακ δεν προσαρμόστηκε εύκολα στο πρόγραμμα της σχολής. Ήταν ένα ψηλό, γεροδεμένο χωριατόπαιδο, που δε μιλούσε καλά τα Γερμανικά. Οι δάσκαλοί του δεν εντυπωσιάστηκαν από τη θεωρητική δουλειά του αλλά περιέγραψαν την πρακτική δεξιότητά του ως "εξαίρετη".
Φεύγοντας από τη σχολή το 1860, ο Ντβόρζακ βρήκε δουλειά σε μια ορχήστρα, η οποία έπαιζε σε εστιατόρια, χορούς, κοντσέρτα - ακόμη και σε ένα άσυλο φρενοβλαβών! Η ορχήστρα αυτή, στην οποία ο Ντβόρζακ έπαιζε βιόλα, έγινε αργότερα ο πυρήνας του Τσέχικου Εθνικού Θεάτρου που ιδρύθηκε στις αρχές του 1866. Ο Ντβόρζακ παρέμεινε στο Θέατρο μέχρι το 1873.
Το σπίτι που γεννήθηκε ο Ντβόρζακ, στο
χωριό Νελαχόζεβες στη Βοημία.
Ο Ντβόρζακ παρέδιδε μαθήματα για να συμπληρώσει το εισόδημά του και το αποτέλεσμα ήταν να γνωρίσει την αληθινή ρομαντική ευτυχία. Η 16άχρονη μαθήτριά του Ζοζεφίνα Τσερμάκοβα, για την οποία έγραψε τον κύκλο τραγουδιών Κυπαρισσία, τον απέρριψε αλλά κατόπιν ερωτεύτηκε τη νεότερη αδερφή της, Άννα.
Παντρεύτηκαν το 1874.
Η σχέση αυτή αποδείχθηκε μακριά και ευτυχισμένη και ξεπέρασε το τριπλό χτύπημα του θανάτου και των τριών μικρών παιδιών τους μεταξύ του 1875 και του 1877. Η τραγωδία αυτή αντανακλάται στο Stabat Mater, που ολοκλήρωσε ο συνθέτης αμέσως μετά. Οι Ντβόρζακ απέκτησαν άλλα έξι παιδιά που επιβίωσαν όλα.

Αγάπη για τα τρένα
Ο γάμος του σταθεροποίησε τη ζωή του και ο Ντβόρζακ μπορούσε να ασχοληθεί με τις αγαπημένες του ασχολίες, τις ατμομηχανές - ήταν ένα συνηθισμένο θέαμα στο σιδηροδρομικό σταθμό της Πράγας να καταγράφει τους αριθμούς των μηχανών - και την εκτροφή περιστεριών στην εξοχική του κατοικία. Του έφερε επίσης έμπνευση και τύχη.
Η πρώτη μεγάλη πρεμιέρα του Ντβόρζακ, η εισαγωγή της όπεράς του Βασιλιάς και Καρβουνιάρης, παρουσιάστηκε το 1874, όταν ήταν 33 χρονών. Τον επόμενο χρόνο, η Συμφωνία αρ.3 κέρδισε ένα διαγωνισμό που του απέφερε ένα κρατικό Βραβείο από 400 Αυστριακές γκίλντες.
Η επιτυχία επαναλήφθηκε το 1876. Ένας από τους κριτές ήταν ο διάσημος συνθέτης Μπραμς, μουσικός που τον επηρέασε σημαντικά. Όχι μόνο έγιναν παντοτινοί φίλοι - ο Μπραμς μάλιστα κάποτε συμφώνησε να αναλάβει το επίπονο καθήκον να ελέγξει τις παρτιτούρες του Ντβόρζακ - αλλά τον βοήθησε σημαντικά στη σταδιοδρομία του. Το 1878 πίεσε τον εκδότη του τον Σίμροκ, να εκδώσει τα Ντουέτα της Μοραβίας, επαινώντας την "καυστική γοητεία" τους. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και μεγάλη και μετά την έκδοση των Σλαβικών Χορών, η φήμη του Ντβόρζακ άρχισε να εξαπλώνεται ραγδαία.
Το 1884, ο Ντβόρζακ ταξίδεψε στο Λονδίνο για την πρεμιέρα του Stabat Mater στο Ρόγιαλ Άλμπερτ Χολ, όπου διηύθυνε για πρώτη φορά έργο του στο εξωτερικό.
Ήταν η πρώτη από πολλές επισκέψεις και η μουσική του επαινέθηκε από την κριτική. Ο Ντβόρζακ έγινε διάσημος στην Αγγλία σχεδόν αμέσως, σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον σταματούν για αυτόγραφο στο δρόμο.
Η σταδιοδρομία του συνέχισε την ανοδική της πορεία - διορίστηκε διευθυντής του Ωδείου της Πράγας το 1892. Το 1893, η Ζανέτ Θέρμπερ, σύζυγος ενός εκατομμυριούχου εμπόρου τροφίμων, τον κάλεσε στις Η.Π.Α. ως διευθυντή του Εθνικού Ωδείου που είχε ιδρύσει η ίδια στη Νέα Υόρκη. Ο μισθός του ήταν 15.000 δολάρια ετησίως, αλλά ανεξάρτητα από τα χρήματα, ο Ντβόρζακ πείστηκε μάλλον από την πολιτική του Ωδείου, που πρόσφερε δωρεάν φοίτηση στους φτωχούς μαύρους που ζούσαν στην πόλη.

Πνευματική συγγένεια
Ο Ντβόρζακ ηλικιωμένος.
Παρόλο που άφησε την αγαπημένη του Βοημία, ο Ντβόρζακ βρήκε την Αμερική συναρπαστική. Ανακάλυψε ότι τα Νέγρικα και Ινδιάνικα τραγούδια είχαν μια πνευματική συγγένεια με τη Βοημική μουσική. Τρία χρόνια αργότερα όμως η Ζανέτ Θέρμπερ δεν μπορούσε πια να καλύψει μισθολογικά τον συνθέτη και ο Ντβόρζακ γύρισε στο Ωδείο της Πράγας, όπου συνέχισε με την ίδια επιτυχία να διδάσκει και να συνθέτει.
Οι πιο ευτυχισμένες του μέρες ήταν στο κτήμα του στη Βίσοκα, που το αγόρασε αμέσως μετά την πρώτη του επιτυχία στο Λονδίνο. Εκεί ασχολιόταν με τα περιστέρια του και περνούσε τον καιρό συνθέτοντας μουσική στη θερινή κατοικία του. Τα απογεύματα κατέβαινε στην τοπική ταβέρνα για λίγο κουτσομπολιό. Η σκληροτράχηλη εμφάνισή του έκρυβε μια αξιαγάπητη, ευγενική και ουσιαστικά σεμνή φύση - γινόταν όμως κάποτε και πείσμων επιδεικνύοντας μια οργίλη διάθεση.
Πέθανε ξαφνικά την 1η Μαΐου του 1904, μετά από σύντομη ασθένεια. Η καρδιά του, όπως και η μουσική του, έμεινε ριζωμένη στην εξοχή της Βοημίας. Ο ίδιος ρίζωσε στις καρδιές των μουσικόφιλων όλου του κόσμου.

(Orbis Publishing Limited, μετάφραση: Γιάννης Χαραλαμπίδης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου