Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Ντεμπισί - ένας ιμπρεσιονιστής της μουσικής (3)


Ο Αχίλ - Κλοντ Ντεμπισί γεννήθηκε σε ένα φτωχό προάστιο του Παρισιού στις 22 Αυγούστου του 1862 και ήταν το μεγαλύτερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειάς του. Ο πατέρας και η μητέρα του, Μανουέλ και Βικτορίν, ήταν ανίκανοι να φροντίσουν την οικογένειά τους. Έστελναν συχνά τα πέντε παιδιά τους στο μεσογειακό λιμάνι των Καννών, στη θεία τους την Κλημεντίνη, η οποία ουσιαστικά τα ανέθρεψε.
Εκείνη ήταν που φρόντισε να αρχίσει μαθήματα πιάνου ο 9χρονος Κλοντ. Εκτός από τη μουσική, ο μικρός Ντεμπισί είχε παρακολουθήσει ελάχιστα μέχρι τότε κάποιο κανονικό σχολείο.

Οράματα μιας άνετης ζωής
Μια αλυσίδα συμπτώσεων έστρεψε την προσοχή της πλούσιας προστάτιδας Μαντάμ Μοτέ στο πρόδηλο ταλέντο του Ντεμπισί. 'Επεισε τον πατέρα του ότι ο γιος του έπρεπε να σπουδάσει μουσική συστηματικά. Ο Μανουέλ οραματιζόμενος μια άνετη ζωή για την οικογένειά του συμφώνησε να γραφτεί ο 10χρονος Κλοντ στο Ωδείο του Παρισιού, το 1872.

Ο Ντεμπισί παρέμεινε εκεί δώδεκα χρόνια. Αρχικά, το ταλέντο του στο πιάνο του απέφερε πολλά βραβεία, αλλά άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον του για την ερμηνεία για χάρη της σύνθεσης. Στα 18 του, ήταν έτοιμος να περάσει από τη σπουδή του πιάνου στη σύνθεση. Εν τω μεταξύ ο φτωχός Ντεμπισί εκτέθηκε στη ζωή της υψηλής κοινωνίας μέσω μιας καλοκαιρινής δουλειάς το 1879, ως ιδιωτικός μουσικός της Γαλλίδας εκατομμυριούχου Μαντάμ Ουίλσον-Πελούζ. Ο μεγαλειώδης πύργος της σάστισε τον ευεπηρέαστο Ντεμπισί. Το επόμενο καλοκαίρι του εμέλλετο να απολαύσει ακόμη μεγαλύτερη πολυτέλεια. Έγινε δάσκαλος πιάνου των παιδιών της βαθύπλουτης κληρονόμου Μαντάμ φον Μεκ, που ήταν επίσης προστάτιδα του Τσαϊκόφσκι. Πήρε τον Ντεμπισί μαζί της στα μεγαλύτερα παλάτια της Ευρώπης.
Με την επιστροφή του στο Παρίσι, η μουσική ιδιοφυΐα του γοήτευσε τη Γαλλίδα τραγουδίστρια Μπλανς-Αντελέντ Βασνιέ, η οποία ήταν παντρεμένη με έναν αρχιτέκτονα. Οι ψίθυροι για τη σχέση τους ήταν ανυπόστατοι, αλλά ο Ντεμπισί που της είχε ιδιαίτερη αδυναμία ζούσε σχεδόν αποκλειστικά στο σπίτι των Βασνιέ.

"Μάρμαρα, ψύλλοι και πλήξη"
Το 1882 ο Ντεμπισί συμμετείχε στο διαγωνισμό για το Μεγάλο Βραβείο της Ρώμης. Το βραβείο προσέφερε τετράχρονες μουσικές σπουδές στην περίφημη Βίλα Μέντιτσι στη Ρώμη. Ο Ντεμπισί δεν κέρδισε το βραβείο, αλλά προσπάθησε ξανά για να πραγματοποιήσει τελικά το μεγάλο του όνειρο, το 1884. Σύντομα όμως η Ρώμη τον απογοήτευσε. Ήταν μια πόλη, σύμφωνα με την περιγραφή του, "μαρμάρων, ψύλλων και πλήξης". Δύο χρόνια αργότερα επέστρεψε στο Παρίσι, στο διαμέρισμα της Μαντάμ Βασνιέ.
Λίγο μετά τα είκοσι χρόνια του, ο Ντεμπισί εγκατέλειψε τη Μαντάμ Βασνιέ για μια φτωχική ζωή σε μια σοφίτα στην πολύχρωμη, καλλιτεχνική συνοικία της Μονμάρτης.
Ο Ντεμπισί δεν ήταν εντυπωσιακά όμορφος, όντας κοντός και παχουλός και μάλλον μελαψός. Ήταν όμως γεμάτος ζωή και ευχάριστος στη συντροφιά. Σύντομα έγινε το κέντρο του ενδιαφέροντος ενός κύκλου νέων Γάλλων καλλιτεχνών, ποιητών και συγγραφέων.
Οι νέοι αυτοί ήταν οι ηγέτες του Συμβολισμού και του Ιμπρεσιονισμού, ενός λογοτεχνικού κι ενός ζωγραφικού κινήματος αντιστοίχως, της δεκαετίας του 1880 και το ύφος τους είχε βαθιά επίδραση στη μουσική του Ντεμπισί.

Απόπειρες αυτοκτονίας
Στη διάρκεια της μποέμικης ζωής του ο Ντεμπισί είχε διάφορες ερωμένες. Μια από αυτές, η Γκαμπριέλ Ντιπόν, επιχείρησε να αυτοκτονήσει το 1897. Το 1899 ο Ντεμπισί την εγκατέλειψε για μια απλοϊκή μοδίστρα, τη Ροζαλί (Λιλί) Τεξιέ.

Ο Ντεμπισί με τη σύζυγό του Λιλί Τεξιέ
 Ο γάμος τους, τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου, φάνηκε να δρα κατευναστικά στην πυρετώδη ζωή του Ντεμπισί και ήταν σε αυτήν την περίοδο που τελικά καθιερώθηκε ως εξέχουσα προσωπικότητα της γαλλικής μουσικής.
Η μοναδική του όπερα Πελλέας και Μελισσάνθη, που χρειάστηκε δέκα χρόνια για να ολοκληρωθεί, παρουσιάστηκε τελικά το 1902 και χαιρετίστηκε με συγκρατημένο ενθουσιασμό.
Η προσωπική του ωστόσο υπόληψη εμέλλετο να κλονιστεί από τα γεγονότα των αμέσως επόμενων χρόνων. Το 1903 ο Ντεμπισί γνώρισε την όμορφη εβραία κληρονόμο Έμα Μπαρντάκ. Τρελά ερωτευμένος φεύγει μαζί της τον επόμενο χρόνο, αφήνοντας πίσω του την απογοητευμένη Λιλί να αυτοπυροβολείται σε μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Οι φίλοι του τον αποδοκίμασαν, κατηγορώντας τον ότι επιβουλεύεται τη μεγάλη περιουσία της. Κατέφυγε στο Ίστμπουρν για λίγο, μέχρι να κοπάσει η θύελλα, αλλά η προ του γάμου γέννηση της κόρης του επιδείνωσε τις σχέσεις του με τους φίλους του.

Η ασφάλεια της οικογένειας

Η Έμα Μπαρντάκ
ήταν η δεύτερη
γυναίκα του
Ντεμπισί.
 Ο γάμος του με την Έμα το 1908, ακολούθησε μια ψυχοφθόρο, πικρή μάχη διαζυγίου με τη Λιλί, την οποία διαδέχτηκε η αποκλήρωση της Έμα από τον πλούσιο θείο της, το 1909. Το γεγονός αυτό έπληξε σοβαρά τον τρόπο ζωής του Ντεμπισί, ο οποίος παρόλα αυτά είχε ήδη πλουτίσει από τη μουσική. Ο παλιός τρόπος ζωής εγκαταλείφθηκε για πάντα. Ο Ντεμπισί συγκεντρώθηκε στο να προσφέρει οικογενειακή σιγουριά στην Έμα και την κόρη του Κλοντ Έμα. Αυτή τον ενέπνευσε να γράψει αρκετά σημαντικά έργα με θέμα την παιδική ηλικία, όπως η Σουίτα της Παιδικής Γωνιάς, το 1908.
Οι προσοδοφόρες περιοδείες του σταμάτησαν απότομα με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου το 1914. Έμεινε στο Παρίσι στη διάρκεια των πυκνών Γερμανικών βομβαρδισμών, συνθέτοντας τη θαυμάσια σειρά των Σπουδών του, το 1915.
Την ακάθεκτη παραγωγικότητα του Ντεμπισί σηματοδότησε η ανακάλυψη ότι πάσχει από καρκίνο του εντέρου ου 1910, όταν ήταν 47 χρονών. Με τη βοήθεια φαρμακευτικής αγωγής, επέζησε για άλλα οκτώ χρόνια. Πέθανε στο Παρίσι στις 25 Μαρτίου του 1918.
Η ερωτοτροπία του Ντεμπισί με τις νέες μουσικές ιδέες ήταν μια πρόκληση για το καθιερωμένο μουσικό ύφος του 19ου αιώνα. Η έμφασή του στο χρώμα και στην ποίηση απέδωσαν αισθησιακές, εμπνευσμένες μελωδίες, που είχαν μεγάλη επίδραση σε πολλούς συνθέτες του 20ου αιώνα και εξακολουθούν να γοητεύουν τους φιλόμουσους μέχρι σήμερα.

(Orbis Publishing Limited, μετάφραση: Γιάννης Χαραλαμπίδης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου