Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Μπετόβεν - η οργισμένη σιωπή (3)


Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, γεννήθηκε το 1770 στη Βόννη της Γερμανίας, η οποία την εποχή εκείνη ήταν μια ασήμαντη επαρχιακή πόλη. Η οικογένειά του ήταν μουσική - ο πατέρας και ο παππούς του ήταν τραγουδιστές χορωδίας - αλλά ο νεαρός Μπετόβεν δε φανέρωσε το αληθινό ταλέντο του παρά στην προχωρημένη εφηβεία του. Η ζωή της οικογένειας ήταν άνετη μέχρι το θάνατο του παππού του, το 1773. Ο αλκοολισμός του πατέρα του οδήγησε σταθερά την οικογένεια στη φτώχεια, με αποτέλεσμα να απομείνει ο Μπετόβεν μοναδικός τροφοδότης της, εργαζόμενος ως βοηθός του οργανίστα της Αυλής, σε ηλικία 12 χρονών. Παρά τις υποχρεώσεις το μουσικό του χάρισμα άνθισε και το 1787  βρέθηκε στη Βιέννη, σε ηλικία 17 χρονών.
Η αυστριακή πρωτεύουσα που ήταν τότε το επίκεντρο της μουσικής και του πολιτισμού της Ευρώπης αποκάλυψε στον Μπετόβεν ένα νέο κόσμο. Τους λίγους μήνες που παρέμεινε εκεί συναναστράφηκε τους καλύτερους κοινωνικούς κύκλους, ενημερώθηκε για τις τελευταίες μόδες και απήλαυσε την εύνοια των νεαρών κυριών.


Σημαντικά πρόσωπα
Η γνωριμία του με τον Μότσαρτ κατέληξε σε μουσικά μαθήματα αλλά η χρυσή αυτή ευκαιρία διήρκεσε μόλις δύο εβδομάδες εξαιτίας του θανάτου της μητέρας του Μπετόβεν. Επέστρεψε στη Βόννη βαθιά απογοητευμένος για την ευκαιρία που έχασε. Παρέμεινε στη Βόννη πέντε χρόνια και έγινε δάσκαλος μουσικής στην οικογένεια μιας πλούσιας χήρας. Μέσω αυτής ήρθε για μια ακόμη φορά σε επαφή με σημαντικά πρόσωπα.
Το σπίτι του Μπετόβεν στη Βόννη
Το έργο του κέρδισε το θαυμασμό του αυστριακού συνθέτη Χάιντν, ο οποίος τον προσκάλεσε στη Βιέννη το 1792. Ο Μπετόβεν δέχθηκε την προσφορά και εγκατέλειψε οριστικά τη γενέθλια πόλη του.
Η Βιέννη ήταν τότε παραπάνω από έτοιμη να δεχτεί τον εικοσιδιάχρονος Μπετόβεν. Ο Μότσαρτ είχε πεθάνει το 1791 και οι μουσικόφιλοι βιεννέζοι αναζητούσαν την καινούρια ιδιοφυΐα που θα λάμπρυνε τς μουσικές εσπερίδες τους. Οι επαφές του στη διάρκεια της παραμονής του στη Βιέννη, του εξασφάλισαν την πρόσβαση σε εκλεκτούς κύκλους και την καθιέρωσή του. Καθώς η φήμη του μεγάλωνε, απαιτούσε - και λάμβανε - τις αμοιβές που καθόριζε ο ίδιος για τις συνθέσεις του, τις δημοσιεύσεις του και τα μαθήματα μουσικής.

Ανίατη κώφωση

  Στα 1800 η Βιέννη έπινε στο όνομα του Μπετόβεν. Κέρδιζε πολύ περισσότερα χρήματα από πολλούς σύγχρονούς του συνθέτες και βρισκόταν στο κατώφλι της παγκόσμιας αναγνώρισης. Εντούτοις τον λαμπρό του ορίζοντα σκίαζε ένα μαύρο σύννεφο: άρχισε να παρατηρεί προβλήματα στην ακοή του. Διάφοροι γιατροί διέγνωσαν μια ποικιλία παθήσεων, αλλά όλοι συμφώνησαν σε ένα σημείο - η κατάσταση ήταν ανίατη: κάποια μέρα θα έχανε εντελώς την ακοή του.
Για έναν άνθρωπο που κέρδιζε τη ζωή του με τους ήχους και εξέφραζε με αυτούς τα βαθύτερα αισθήματά του, αυτό ήταν το σκληρότερο χτύπημα. Σκέφτηκε την αυτοκτονία, αλλά η δημιουργική του δύναμη απέτρεψε μια τέτοια τραγωδία. Εν τέλει διατήρησε την ακοή του για 19 ακόμα χρόνια.
Η αναπηρία του τον έκανε ευερέθιστο και κατέληξε να ζει σαν δύστροπος εργένης. Διάφορες ευκαιρίες για γάμο παρουσιάστηκαν. Εξανεμίστηκαν όμως εξαιτίας της αναποφασιστικότητάς του.
Είχε περάσει τα 30 όταν ερωτεύτηκε για πρώτη φορά την Κόμισσα Τζουλιέτα Γκουιτσάρντι, αλλά εκείνη περιμένοντας μάταια την πιθανή πρόταση γάμου του, παντρεύτηκε κάποιον άλλο. Κατόπιν πολιόρκησε την ανιψιά της Γιοζεφίνε, από το 1804 μέχρι το 1807. Η οικογένειά της εναντιώθηκε στη σχέση όταν φάνηκε καθαρά ότι ο Μπετόβεν δεν κατέληγε σε μία απόφαση. Τρία χρόνια αργότερα, ερωτεύτηκε την Τερέζα Μαλφάτι, την κόρη ενός από τους γιατρούς του, αλλά όπως όλες οι άλλες γαμήλιες προοπτικές κατέληξε κι αυτή σε αδιέξοδο. Μετά και από αυτόν τον ανεκπλήρωτο έρωτά του φαίνεται ότι ο Μπετόβεν συμβιβάστηκε με τη μοναξιά του και αφοσιώθηκε στο έργο του.
Παρόλα αυτά ο Μπετόβεν δεν παρέμεινε ανεπηρέαστος από οικογενειακά προβλήματα. Το 1815 πέθανε ο αδελφός του αφήνοντας το γιο του υπό την κοινή κηδεμονία της χήρας του και του Μπετόβεν. Ακολούθησε μια τρίχρονη δικαστική διαμάχη για την κηδεμονία του εννιάχρονου αγοριού.
Ο Μπετόβεν κέρδισε την υπόθεση, αλλά η φιλόστοργη σχέση του με τον ανιψιό του επιδεινώθηκε. Η συναισθηματική πίεση που υπέστη ο Καρλ κατέληξε σε απόπειρα αυτοκτονίας το 1826. Αυτά τα γεγονότα επηρέασαν βαθύτατα τον Μπετόβεν και είναι σχεδόν βέβαιο ότι επιτάχυναν το θάνατό του.

Ερημίτης

Ο 49χρονος Μπετόβεν ποζάρει
ανυπόμονος για το πορτρέτο του
το 1819, τη χρονιά που έχασε
εντελώς την ακοή του. Κρατά την
παρτιτούρα της σύνθεσή του
Missa Solemnis, την οποία
χρειάστηκε άλλα τέσσερα
χρόνια για να ολοκληρώσει.

Παρά τις γενναιόδωρες αμοιβές που εισέπραττε για το έργο του, ο Μπετόβεν ζούσε σε μια ετοιμόρροπη κατοικία, στο μικρό χωριό του Χάιλινγκενσταντ έξω από τη Βιέννη, η οποία έδινε την εντύπωση της απόλυτης ένδειας. 'Εγινε ερημίτης εξαιτίας της κώφωσής του, μειώνοντας διαρκώς τις κοινωνικές επαφές. Προτιμούσε να περπατά στους εξοχικούς δρόμους στα περίχωρα του χωριού όπου εμπνεύστηκε πολλές από τς μουσικές ιδέες του. Εξακολουθούσε να διευθύνει τα έργα του εμπρός στο κοινό, χωρίς να μπορεί να ακούσει τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα πίσω από την πλάτη του. Δεχόταν επίσης παραγγελίες, αλλά συνέθετε με μεγάλη δυσκολία και οι συνθέσεις του δεν ήταν έτοιμες εγκαίρως, για τις προγραμματισμένες εκδηλώσεις. Η Missa Solemnis, μια λειτουργία για την ενθρόνιση του Αρχιεπισκόπου του 'Ολμουτζ το 1820, δεν ολοκληρώθηκε παρά το 1823.
Ο Μπετόβεν ολοκλήρωσε την τελευταία παραγγελία του - ένα κουαρτέτο εγχόρδων - το 1826. Στις 26 Μαρτίου του 1827, σε ηλικία 57 ετών, ο μεγαλοφυής συνθέτης πέθανε από κίρρωση του ήπατος.
Η δημοτικότητά του αποδείχθηκε τρεις μέρες αργότερα όταν ένα πλήθος 20.000 ανθρώπων που παρακολούθησε την κηδεία του. Η από κάθε άποψη πρωτοπορία της μουσικής του είχε ήδη αναγνωριστεί πριν το θάνατό του. Το έργο του έσπασε τον κλασικό χαρακτήρα της σύνθεσης, όπου τελικά το συναίσθημα ήταν ισορροπημένο με τη μουσική μορφή. Το βάθος των αισθημάτων που εξέφρασε με το έργο του προετοίμασε το δρόμο για το ρομαντικό ύφος, ένα ύφος ιδιαίτερα αγαπητό σήμερα.

(Orbis Publishing Limited, μετάφραση: Γιάννης Χαραλαμπίδης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου